Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Ο μονόπαντος...


Ερχόταν κάποτε στο Ηράκλειο ο "Αδρίας", ένα ατμόπλοιο με δυο χαρακτηριστικά: Είχε δυο τσιμινιέρες και έγερνε  πάντοτε προς τα αριστερά! Ακόμη και στα γερά μελτέμια, αυτός εκεί! Η γενναία του πλώρα να παλεύει με τα κύματα κι η  πάντα του να γέρνει και να υποκλίνεται σαν να είχαν αναρτήσει το Άγιο Δισκοπότηρο, Δυτικά όταν ανέβαινε, Ανατολικά όταν ερχόταν από τον Πειραιά! Μέχρι που προσάραξε στη Φαλκονέρα κι ησυχάσαμε αφού θύματα δεν είχαμε.
Ετσά μονόπαντα σκέφτομαι λοιπόν κι εγώ, ότι κύλησε η "πνευματική " μου ζωή.(Παρακαλώ προσοχή στα εισαγωγικά!).Αφότου άρχισα να συλλαβίζω, δεν άφηνα τίποτα αδιάβαστο! Μέχρι και τα κομμάτια από εφημερίδες, που χρησιμοποιούσαμε τότε αντί χαρτί τουαλέτας, αποστήθιζα .Έγερνα λοιπόν από τη μια πάντα.
Αργότερα ρίχτηκα στην σοβαρή λογοτεχνία: Γκαούρ- Ταρζάν, Μικρός Ήρωας, Μάσκα και δεν συμμαζεύεται ήταν το ψωμοτύρι μου. Μετά Τζακ Λόντον, Ρ,Λ,Στήβενσον ώσπου ξεπόρισε ο Ιούλιος Βερν και τους έσβησε όλους, όπως οι Παπαδιαμάντης και Μακρυγιάννης, Καβάφης και Σολωμός  Θεοτοκόπουλος και Πικάσο, και ο πατριάρχης Βαμβακάρης 'ο,τι απέμενε.
Σας λέω: Μια ζωή με την μια πάντα λαλούσα, αναζητώντας τη δικιά μου Φαλκονέρα. Έχει άραγε ο ξερόβραχος ψάρια;


Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Στην Εσχάτη (β΄)

Νύκτωμένα, φτάσαμε στην Εσχάτη. Ο θεόρατος βράχος ξεπόριζε απειλητικός από τη Θάλασσα, θυμίζοντας μου έντονα τα μεγάλα Μετέωρα.Βαθύ και σκοτεινό το πέλαγος γύρω του, σούφερνε ρίγη φόβου και σκέψεις καθόλου ευχάριστες. Καρχαρίες κι άλλα θεριά νόμιζες πως σε περιτριγύριζαν και το "Ανάθεμα το μυαλό μου" ήταν το μόνο που αναμασούσα.
 -Τράβα καρφί στην άκρα, διέταξε ο καπετάνιος, να καλάρομε. Πιάσε το χοντρό παραγάδι πρώτα.
 Υπάκουσα με το στόμα στεγνό από το ζόρε μου, μέχρι που σχεδόν ζώσαμε τον βράχο από τον Νότο και τις ξέρες του Βορρά.
 -Δόξα στον Θεό, σταυροκοπήθηκε ο καπετάν μπονάαατσας, καλά επήγαμε. Άντε δα να δούμε που πανεμίζει, να βάλομε μια μπουκιά στο στόμα μας.
Κάτι είχε τυλίξει η καπετάνισσα σε μια πετσέτα, βρήκαμε και μια απανεμιά κι αρχίσαμε να ροκανίζομε το φαγάκι πριν -τυλιγμένοι σε κουβέρτες- κοιμηθούμε για λίγο.
 Μια ώρα πριν να βγει ο Ήλιος αρχίσαμε να τραβούμε τα παραγάδια. Καταφορτωμένα ήτανε, εγώ χοροπηδούσα από τη χαρά μου κι ο καπετάνιος χαμογελούσε κάτω από τις μουστάκες  του.΄
Όλα ευλογία!Πολλά ψάρια, ο καιρός είχε μπονατσάρει τελείως και το πέλαγος μας καλούσε καλοσυνάτα  στην Κρήτη. Είχα αγκαλιάσει τη λαγουδέρα, είχα βάλει στο φουλ τη μηχανή και μιά πετούσα το περίσσιο ψαροδόλι στα δελφίνια που μας είχαν πάρει από πίσω, μια ξάνοιγα τον φιλο μου που ροχάλιζε κι ονειρευόταν την καπετάνισσα.
Ξύπνησε όταν η Ντία αχνοφαινόταν στον ορίζοντα, με κοίταξε πολύ τρυφερά και ρουφώντας  τον καφέ που τούχα φτιάξει μου είπε:
 -Ωραία επεράσαμε! Να ξανάρθεις θέλει;



Διαβάστε περισσότερα »

Ναυτίλος και Καββαδίας



Ο φίλος Μιχάλης Ναλετάκης- λιμανόβιος κι αυτός- δημοσίευσε προχθές μια φωτογραφία, όπου αχνοφαινόταν κι ο "Ναυτίλος", ένα μικρο κρουαζιερόπλοιο που για χρόνια πηγαινοερχόταν στο Ηράκλειο κι έδενε μπροστά στο λιμεναρχείο, εκνευρίζοντας την παρέα, που καθισμένη στο καφενείο του Γ.Γεπεσάκη, απολάμβανε το καφεδάκι και τη θέα, που έκρυβε το βαπόρι, μια και διανυκτέρευε εκεί και δεν έσβησε ποτέ τις γεννήτριες του.
 Ο πρώτος που πηδούσε πάντοτε στον μώλο, ήταν ο μαρκόνης του καραβιού, που έσπευδε στο καφέ-ουζερί της Μαρίας ή Μπουμπουλίνας- κατά τον Α.Κ.Γραμματικάκη
 Ήταν ο Ν.Καββαδίας, ο σπουδαίος μας ποιητής...   
Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Στην Εσχάτη


Τέτοιος καιρός θάτανε, όταν χάζευα στο Ενετικό λιμάνι, κλωτσώντας ένα άδειο τενεκάκι από γάλα "Βλάχα", που κάπου είχα πετύχει.Ήταν ευχάριστα, μια και ένα ελαφρύ μελτέμι έλεγε να δέσει, το πέλαγος είχε γίνει τσέλιγκας από τα πολλά προβατάκια κι η καλή μου είχε μόλις πάρει βαρύ όρκο, πως θα μ΄αγαπά σ όλη της τη ζωή. Πρίμα τα πράγματα λοιπόν και άκρως φάλτσα η φωνάρα που με ξεξύπνησε:
 -Καπετάν Κωνσταντήηη!  'άκουσα από ένα τρεχαντήρι που μανουβράριζε να πρυμοδετήσει.
 - Έλα καπετάν Μπουνάτσα, απάντησα κι είδα την κεφάλα του να ξεπροβάλει από το σπιράγιο, την καπετάνισσα να πηδά σαν το ελαφάκι στο μώλο, να μου δίνει ένα σκαστό φιλί και να απομακρύνεται αυστηρά συμβουλεύοντας:
-Το νου σας!
-Ντα ίντα θα κάνομε καπετάνιο και λέει νάχομε το νού μας;
-Πράμα μωρέ! Για ψάρεμα θα πάμε.
-Κι ο καιρός;
- Ίντα΄χει ο καιρός; Μπουνάαατσα είναι μόνο πήδα μέσα.
Πήδηξα χωρίς να το καλοσκεφτώ. Μόνο πρόλαβα να στείλω στη μάνα μου ένα μήνυμα με το Κιοκιό, πως πάω βόλτα με τον καπετάν Ηλία.
Μέχρι να βγούμε από το λιμάνι και να βάλομε πλώρη πρός τον Άγιο Γεώργιο της Ντίας, ο καιρός φρεσκάρισε, μα η "Ζωή" πεντάρα δεν έδινε. Δεν ανταγωνιζόταν, μα έπαιζε με τα κύματα!  Μόνο όταν πάτησε το Πέλαγος,σοβάρεψε. Τώρα, το νερό φούσκωνε και δεν φαινόταν να έχει διάθεση να μας αφήσει να το διακορεύουμε.Το ίδιο όμως τούκανε! Εμείς ταξιδεύαμε, τρώγαμε παξιμάδια και τραγουδούσαμε Βαμβακάρη.
Έστρωσε κι ο αέρας που μας λυπήθηκε και μια μελτεμούρα κανονική, διαδέχτηκε τις σπηλιάδες.

                                                                                                                (Συνεχίζεται)


Διαβάστε περισσότερα »

Ο νέος Ρόσσι



Σας πληροφορώ ότι ο νέος Βαλεντίνο Ρόσσι, γεννήθηκε και προπονείται στο Ηράκλειο!!! Πρόκειται για ένα γίγαντα τριών περίπου χρόνων, που οδηγεί το πατινοποδήλατο του (ποδήλατο δίχως ...πετάλια) με τέτοια ταχύτητα στα Λιοντάρια που ζαλίζεσαι να τον βλέπεις! Ο Θεός να προσέχει τον μέλλοντα πρωταθλητή!


Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ατιμόπλοιο "Παντελής" (τελευταίο)


Ἀποστομωτική ἡ ἀπάντηση, τό βούλωσε ὁ νεαρός καί συνέχισε ἐνθουσιασμένος νά ἐντοπίζει τίς λευκές κορυφές τῶν κυμάτων, πού εἶχαν βαλθεῖ νά καταπονήσουν τούς Παντελῆδες! Κούνια πού τά κούναγε! Τό ἀτμόπλοιο βουτοῦσε μέσα τους, τά διακόρευε καλά - καλά καί ἀνασήκωνε μετά τήν πλώρη τοῦ περιγελώντας καί στοχεύοντας τό ἑπόμενο. Ὅλη νύχτα, ὁ Παντελής ἦταν ὄρθιος στό τιμόνι. Πότε γελοῦσε μέ τόν ἔκθαμβο «μαθητή» του, πότε κορόϊδευε τόν καιρό, πότε χαϊδολογοῦσε τό ἀκατάβλητο πλοῖο του.
- Λεβέντη μου, σύρε ν’ ἀράξουμε καί θά σ’ ἀγοράσω μιά θαλαμηγό νά παίζεις, τοῦ ’λεγε καί ξεκαρδιζόταν μέ τό «ἀστεῖο» του!
Ὅταν ὁ Θεός ἔστειλε τόν Ἥλιo Του νά φωτίσει τό Αἰγαῖο Του, τά πράγματα ἄλλαξαν. Ἄν ἐξαιρέσεις τά πρησμένα ἀπό τήν ἀγρύπνια μάτια τῶν δυό καπεταναίων, ὅλα ἔδειχναν χαρούμενα καί δροσερά.
Ἦρθε κι ἡ Κερά-Πελαγιώ κι ἄχνισε τό χαμόγελό της κι οἱ κοῦπες τοῦ καφέ πού βαστοῦσε, ποιός νοιαζόταν πιά γιά τό μελτέμι;
- Τοῦ ’δωσες τί δίπλωμα; ρώτησε τόν ἄνδρα της γνέφοντας πρός τόν νεαρό.
- Ἄν μου πεῖ σέ μιά ὥρα τί καιρό θά ’ χουμε, μπορεῖ καί νά τό πάρει, βεβαίωσε αὐτός.
- Μπονάτσα, λάδι πηγμένο γιαούρτι, ἔσπευσε ὁ ὑποψήφιος νά ἀπαντήσει.
Καί πράγματι! Ὁ ἀέρας κόπασε, ἡ θάλασσα ἄρχισε νά στραφταλίζει καμαρώνοντας τό μοναδικό βαθυγάλανο χρῶμα της, μιά παρέα ἀπό δελφίνια πιᾶσαν ψιλή κουβέντα μέ τόν «Παντελῆ» καί ὁ νεαρός προήχθη μέ τό φύλλο ἑνός μπακαλοτέφτερου σέ πλοίαρχο πρώτης τάξεως, πλοηγό δεινότατο καί συγκυβερνήτη τοῦ γενναίου ἀτμοπλοίου.
Μόλις δέσαμε στή Μύκονο, καρδιά νά ξεμπαρκάρομε δέν εἴχαμε.
Μόνο ἡ παρατήρηση ὅτι ὁ Φουλάρης, εἶχε βολευτεῖ μιά χαρά καί διατηροῦσε καί περπατώντας τό λίκνισμα πού τόν εἶχε προικίσει τό μελτέμι, ἀπέσπασε τό βλέμμα μας ἀπό τόν Παντελῆ, τήν Πελαγιώ καί τόν «Παντελῆ» κι ἀποφασίσαμε νά ἀποχαιρετίσουμε.
- Καπετάνιο, φώναξε στόν νεαρό ὁ θαλασσοδαρμένος... Νά σᾶς περιμένω καί στήν ἐπιστροφή;
- Φυσικά!, ἀπάντησε ἐκεῖνος μέσα ἀπό τήν ἀγκαλιά τῆς Πελαγιῶς. Τέτοιο ἀτιμόπλοιο πού κοροϊδεύει τίς φουρτοῦνες, δέν τό ἀποχωριζόμαστε πιά!
Κάναμε πολλά ταξίδια καί «πρός τά πάνω» καί «πρός τά κάτω» μέ τόν «Παντελῆ».
Κι ἦταν ἡ μέρα πού ἔπαιρνα τ’ ἀπολυτήριό μου ἀπό τό στρατό, ὅταν διάβασα στά ψιλά μιᾶς ἐφημερίδας:
«Τό ἀτμόπλοιο «Παντελής» προσάραξε χθές στό Τηγάνι τῆς Λήμνου, μετά ἀπό θανατηφόρο ἔμφραγμα πού ὑπέστη ὁ κυβερνήτης τοῦ Παντελής Λεωτσάκος. Τό λοιπό πλήρωμα καί οἱ ἐπιβάτες μεταφέρθηκαν ἀσφαλεῖς στόν Πειραιά...».
Διαβάστε περισσότερα »

Φιλι-κές κουβέντες


ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Σταύρακα, ε  Σταύρακα! Έλα εδώ ρε κουραδόμαγκα που σε θέλω!
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ: Τι ΄ναι ρε αδερφάκι Καραγκιόζο; Σε πείραξε κανείς να καθαρίσω;
ΚΑΡ: Ποιός να με πειράξει εμένα ρε Σταυράκι; Τολμούνε οι προσκυνημένοι; Πειράξανε όμως το φίλο μου τον Φίλη.
ΣΤΑΥΡ: Τον κοιλαρά μωρέ; Βαστάτε τούρκοι τ΄άρματα και πάααω να σφάξω πέντε - έξι. Και γιατί ρε;
ΚΑΡ: Επειδή θέλει να καταργήσει τα Αρχαία Ελληνικά και ν΄απαγορεύσει στις μανούλες να λένε τα παιδιά τους πρίγκιπες και πριγκιπέσα.
ΣΤΑΥΡ: Κι έτσι θα σώσει την Ελλάδα;
ΚΑΡ: Ολότελα!
ΣΤΑΥΡ: Και δεν μου λες Καραγκιόζη; Αντί να σφάξω τους άλλους, να σφάξω τον ίδιο που χει και πολλή δουλειά;
ΚΑΡ: Ότι θες κάνε! Μόνο σιγά γιατί άμα σε πιάσουν θα σε σαπίσουν στο ξύλο!
ΣΤΑΥΡ: Ωχ! Έχει και ξύλο; Ε πουθενά δεν πάω.
ΚΑΡ: Μήπως και δεν τόξερα ρε κουραδόμαγκα; Άντε στο κααλό!
Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Τα τραγούδια

 Τἄχασε κι ὁ κανακιστής, δέν ἤξερε τί νά κάνει, μέχρι πού ἀνακάλυψε σέ μιά ἀπό τίς ἀρίφνητες τσέπες του, μιά φυσαρμόνικα Hohner πού τοὖχε χαρίσει ὁ φίλος του ὁ Χρῆστος ὁ Λεο­ντῆς, μέ τή φιλοφρόνηση:
- Νά τραγουδᾶς δέν μπορεῖς, νά σφυρίζεις οὔτε, πάρε τουλάχιστον αὐτήν νά φυσᾶς, ἀντί νά ξεφυσᾶς ὅποτε τά βλέπεις σκοῦρα.
 Ἄρχισε νά παίζει τό «Ἦταν ἕνα μικρό καράβι...» τοῦ φάνηκε ἀνάρμοστο καί συνέχισε μέ... Βαμβακάρη:
«Μαῦρα μάτια, μαῦρα φρύδια, μαῦρα κατσαρά μαλλιά, ἄσπρο πρόσωπο σάν κρίνο καί στό μέτωπο ἐληά...».
 Πρῶτο, τό μωράκι ὡς λογικότερο ὅλων, ἄφησε τήν πιπίλα του κι ἄρχισε νά κακαρίζει γεμίζοντας τό βαπόρι ἥλιους. Οἱ γονεῖς του ἀναθάρρησαν, ὁ Φουλάρης στράβωσε τή μούρη του γιά τό βάρβαρο της μουσικῆς κι οἱ Παριανοί θεώρησαν ὅτι, οἱ μᾶλλον δυσδιάκριτοι ἦχοι πού συνόδευαν τά τριξίματα τοῦ «Παντελῆ» κάποιος οἰωνός ἦταν. Καί τότε...
 Καί τότε, ἀπό τήν πολυθρόνα πού καθόταν ἡ Πελαγιώ, πλέκοντας μέ χοντρές βελόνες ἕνα - μᾶλλον - πουλόβερ, μιά ἀπίστευτης γλυκύτητας καί ἔντασης φωνή ἀναδύθηκε, συνοδεύοντας τή φυσαρμόνικα.
- Ξέρεις καί τό: Σ’ ἀγαπῶ γιατί ’σαι ὡραία; ρώτησε τόν ἄναυδο ὀργανοπαίκτη
- Ναί!
- Ἔ, δώστου!
 Ὁ Θεός μ’ ἔχει εὐλογήσει, φίλοι, ν’ ἀκούσω δεκάδες μεγάλους τραγουδιστές.
 Σάν τήν Πελαγιώ ὅμως, πού δάμασε ὡς καί τήν Αἰγαιοπελαγίτικη ὁρμή, καμιά φωνή ἄλλη!....
 Ἑπόμενο ἦταν, ν’ ἀκολουθήσουν κοντυλιές καί μαντινάδες ἀπό τούς συντρόφους μου, πού ὁ ἕνας μέ κιθάρα κι ὁ ἄλλος μέ λύρα, ἔπαιζαν ἐπίσης μέ μένα κακά!
 «Μαδάρες μου Χανιώτικες, κορφές τοῦ Ψηλορείτη καί Λασιθιώτικα βουνά γειά σου παντέρμη Κρήτη», ἦταν ἡ πρώτη, γιά ν’ ἀκολουθήσουν δεκάδες ἐρωτικές πού οὔτε μιά δέν θυμᾶμαι!
 Ἐνθουσιάστηκε κι ὁ «Παντελής» κι ἄρχισε νά σφυρίζει...
 Πιάσαμε στήν Πάρο καί κατέβηκαν οἱ ἑτοιμοθάνατοι. Τραβήξαμε μέ τόν ἴδιο καιρό γιά Νάξο ὅπου, δύο πατούλιες κακοντυμένοι γαμηλιῶτες ἐφόρμησαν, μέ λαούτα καί βιολιά καί μπόλικη λεβεντοσύνη ἀπάνω τους, πού περιέργως ἐξαφανίστηκε, μόλις καί πε­ράσαμε τήν Πορτάρα, βρεθήκαμε στό ἀνοικτό πέλαγος, κι ὁ «Παντελής» ἄρχισε νά παίρνει τώρα σοβαρά τό ρόλο του νά ἐπιπλέει, μιά κι ὁ καιρός καί δυνάμωσε καί ἀνάποδος ἦταν καί ἡ νύχτα πίσσα αἰώνιο σκοτάδι.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ περίεργος, γιατί πᾶς κόντρα στόν καιρό;
- Γιά νά μήν τοῦ κάμω τό χατήρι!
 Ἀποστομωτική ἡ ἀπάντηση,


Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Το μελτέμι

- Καί στή Μύκονο δέν θά φυσᾶ; ρώτησε ὁ Φουλάρης.
- Ὄχι, τό ἀπαγορεύσανε! εἶπε σοβαρά - σοβαρά ὁ Παντελής, ἀφήνοντάς τον νά διερωτᾶται.
 Ἦρθε κι ἡ Πελαγιώ νά μαζώξει τά εἰσιτήρια, πῆρε ἕνα μόνο γιά τούς τρεῖς μας, διπλό ἀπό τόν Φουλάρη, μᾶς χάρισε κι ἕνα χαμόγελο.
- Τί νά σᾶς μαγειρέψω γιά μεσημεριανό; Φακές καί πατάτες τηγανιτές καί ρέγγα, τρῶτε;
- Ἄν τρῶμε λέει!
- Ἔ, ἄντε τότε νά λύσετε τούς κάβους μά οἱ μηχανές πῆραν μπροστά.
 Ἀπολύτως ἐνθουσιασμένοι πού εἴχαμε γίνει μέλη τῆς οἰκογένειας λύσαμε μάνι - μάνι τά σκοινιά καί θρονιαστήκαμε δίπλα στόν καπετάνιο - ἐφοπλιστή κι οἰκοδεσπότη μας, πού ἔδινε τίς ἐντολές τοῦ ἀπόπλου.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ πιό θρασύς. Θἄχουμε ἀλήθεια μπονάτσα; Γιατί ἐμένα τά σημάδια ἄλλα μοῦ λένε!...
- Σάν τί, πολύξερε;
- Μελτεμούρα, κατεβασιά!...
- Καί φοβᾶται μωρέ ὁ «Παντελής»;
- Ὁ Παντελής κι ὁ «Παντελής» δέν φοβοῦνται. Τρέμουν ὅμως οἱ ἐπιβάτες...
- Ἔ, σύρε νά τούς κανακίσεις. Μόνο πρόσεχε τόν Φουλάρη γι­ατί δέν μοῦ φαίνεται σόϊ...
 Ὁ κανακιστής ἀνέλαβε ὑπηρεσία, μόλις καί ξεμπουκάραμε ἀπό τό Σαρωνικό, καί μιά μελτεμούρα φρέσκια - φρέσκια μας περίμενε ἀνυπόμονη γιά νά παίξει μαζί μας.
 Δευτεροπρίμα εἴχαμε τόν καιρό, κι ὁ μέν «Παντελής» ἀνεβοκατέβαινε, ἔγερνε ἀριστερά, ἔγερνε δεξιά καί ἤμουν σίγουρος ὅτι σφύριζε ἀπολύτως ἀδιάφορος, ὁ δέ Παντελής τιμόνευε καί ἔτρωγε ἀβγά.
 Τό πλήρωμα ὅλο καί κάτι μαστόρευε, οἱ δέ ἐπιβάτες, ἄλλες κουβέντες ν’ ἀγαπιόμαστε!
 Οἱ Παριανοί εἶχαν στρέψει τά βλέμματα πρός τόν Ὕψιστο, βέβαιοι ὅτι ἐντός ὀλίγου θά εὑρεθοῦν πρό τοῦ «φοβεροῦ βήματος» καί εὐχόμενοι «καλήν ἀπολογίαν», ὁ Φουλάρης ἀγωνιζόταν ἐμφανῶς νά διατηρήσει τήν ὅποια ἀξιοπρέπειά του μέ μηδαμινά ἀποτελέσματα, οἱ δέ Σαντορινοί κοίταζαν μόνο τό μωρό τους, ἀφανισθέντος ὄ,τιδηποτε ἄλλου.


Διαβάστε περισσότερα »