Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Στην Εσχάτη (β΄)

Νύκτωμένα, φτάσαμε στην Εσχάτη. Ο θεόρατος βράχος ξεπόριζε απειλητικός από τη Θάλασσα, θυμίζοντας μου έντονα τα μεγάλα Μετέωρα.Βαθύ και σκοτεινό το πέλαγος γύρω του, σούφερνε ρίγη φόβου και σκέψεις καθόλου ευχάριστες. Καρχαρίες κι άλλα θεριά νόμιζες πως σε περιτριγύριζαν και το "Ανάθεμα το μυαλό μου" ήταν το μόνο που αναμασούσα.
 -Τράβα καρφί στην άκρα, διέταξε ο καπετάνιος, να καλάρομε. Πιάσε το χοντρό παραγάδι πρώτα.
 Υπάκουσα με το στόμα στεγνό από το ζόρε μου, μέχρι που σχεδόν ζώσαμε τον βράχο από τον Νότο και τις ξέρες του Βορρά.
 -Δόξα στον Θεό, σταυροκοπήθηκε ο καπετάν μπονάαατσας, καλά επήγαμε. Άντε δα να δούμε που πανεμίζει, να βάλομε μια μπουκιά στο στόμα μας.
Κάτι είχε τυλίξει η καπετάνισσα σε μια πετσέτα, βρήκαμε και μια απανεμιά κι αρχίσαμε να ροκανίζομε το φαγάκι πριν -τυλιγμένοι σε κουβέρτες- κοιμηθούμε για λίγο.
 Μια ώρα πριν να βγει ο Ήλιος αρχίσαμε να τραβούμε τα παραγάδια. Καταφορτωμένα ήτανε, εγώ χοροπηδούσα από τη χαρά μου κι ο καπετάνιος χαμογελούσε κάτω από τις μουστάκες  του.΄
Όλα ευλογία!Πολλά ψάρια, ο καιρός είχε μπονατσάρει τελείως και το πέλαγος μας καλούσε καλοσυνάτα  στην Κρήτη. Είχα αγκαλιάσει τη λαγουδέρα, είχα βάλει στο φουλ τη μηχανή και μιά πετούσα το περίσσιο ψαροδόλι στα δελφίνια που μας είχαν πάρει από πίσω, μια ξάνοιγα τον φιλο μου που ροχάλιζε κι ονειρευόταν την καπετάνισσα.
Ξύπνησε όταν η Ντία αχνοφαινόταν στον ορίζοντα, με κοίταξε πολύ τρυφερά και ρουφώντας  τον καφέ που τούχα φτιάξει μου είπε:
 -Ωραία επεράσαμε! Να ξανάρθεις θέλει;



Δεν υπάρχουν σχόλια: